βρύα

βρύα, ,
A = μυρίκη, Plin.HN13.116.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βρύα — βρύᾱ , βρύα fem nom/voc/acc dual βρύᾱ , βρύα fem nom/voc sg (doric aeolic) βρύον oyster green neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βρύα — Βρύᾱ , Βρύης masc nom/voc/acc dual (doric) Βρύης masc voc sg (doric) Βρύᾱ , Βρύης masc gen sg (doric aeolic) Βρύης masc nom sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρύας — βρύᾱς , βρύα fem acc pl βρύᾱς , βρύα fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρύαν — βρύᾱν , βρύα fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βρύας — Βρύᾱς , Βρύης masc acc pl (doric) Βρύᾱς , Βρύης masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυῶν — βρύα fem gen pl βρυάζω swell fut part act masc voc sg βρυάζω swell fut part act neut nom/voc/acc sg βρυάζω swell fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βρύαν — Βρύᾱν , Βρύης masc acc sg (epic doric aeolic) Βρύης masc acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρύης — βρύα fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρύῃ — βρύα fem dat sg (attic epic ionic) βρύ̱ῃ , βρύω to be full to bursting pres subj mp 2nd sg βρύ̱ῃ , βρύω to be full to bursting pres ind mp 2nd sg βρύ̱ῃ , βρύω to be full to bursting pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρύῃς — βρύα fem dat pl (epic) βρύ̱ῃς , βρύω to be full to bursting pres subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τούνδρα — Περιοχή ιδιαίτερης εδαφικής μορφολογίας των βόρειων ακτών της Ευρασίας και της Βόρειας Αμερικής, καθώς επίσης και εκτάσεις μεταξύ των παγετώνων και των πολικών εδαφών. Η τ. είναι γενικά περιοχή στην οποία επικρατούν τα βρύα, τα σφάγνα και οι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.